συνεγγράφω


συνεγγράφω
συν-εγ-γράφω, mit oder zugleich einschreiben

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συνεγγράφω — ΜΑ [ἐγγράφω] εγγράφω ή καταγράφω κάποιον μαζί με κάποιον άλλον μσν. ζωγραφίζω κάτι μαζί με κάτι άλλο («ὁ σταυρὸς ἐγγέγραπταί σοι, ὁ δὲ σταυρωθείς οὐ συνεγγέγραπται», Στουδ. Θεόδ.) …   Dictionary of Greek

  • συνεγγράφω — σύν ἐγγράφω make incisions into pres subj act 1st sg σύν ἐγγράφω make incisions into pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.